Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

To be Frank...




Η φετινή εκκίνηση της Τσέλσι στις αγωνιστικές της υποχρεώσεις ήταν αν μη τι άλλο εντυπωσιακή, τόσο από άποψη αποτελεσματικότητας, όσο κι από άποψη θεάματος. Με κεκτημένη ταχύτητα από την περσινή κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ οι Λονδρέζοι μπήκαν φουριόζοι στο πρωτάθλημα, μετρώντας στις οκτώ πρώτες αγωνιστικές επτά νίκες και μια ισοπαλία, έχοντας μάλιστα σημειώσει δεκαεννιά τέρματα. Τα δύο λονδρέζικα ντέρμπι στο «Emirates» και στο «White Hart Lane» βρήκαν νικητές τους μπλε με σκορ 1-2 και 2-4 αντίστοιχα, οι τεσσάρες διαδέχονταν η μία την άλλη, ο Μάτα φαινόταν να συνεργάζεται άψογα με την ακριβότερη μεταγραφή της θερινής περιόδου, τον Έντεν Αζάρ, ενώ δεν ήταν λίγα τα χρονικά διαστήματα που η ομάδα απέδιδε γρήγορο κι εντυπωσιακό ποδόσφαιρο.

Η παραπάνω περίοδος
διήρκεσε ακριβώς έως τις 23 Οκτωβρίου, όταν κι η Τσέλσι ταξίδεψε στο παγωμένο Νόνετσκ, όπου και τελικά ηττήθηκε από τη Σαχτάρ με 2-1. Έκτοτε η ομάδα άρχιζε να θυμίζει έντονα τους τελευταίους τρεις μήνες της επί Βίλας Μπόας στην τεχνική ηγεσία. Πραγματικά, το μόνο κοινό που μπορεί να βρει κανείς σε αυτή την Τσέλσι και την αντίστοιχη της αρχής της σεζόν είναι το χρώμα της φανέλας. Στην Ευρώπη, πέρα από την ήττα στο Ντόνετσκ, απέσπασε τρεις βαθμούς στις καθυστερήσεις από την Σαχτάρ στο Λονδίνο και δέχτηκε τρία γκολ στην Ιταλία από τη Γιουβέντους. Στο πρωτάθλημα δε, μετράει από την 28η Οκτωβρίου τρεις ήττες (Μάντσεστερ Γ εντός, Γουέστ Μπρομ και Γουεστ Χαμ εκτός) και τέσσερις ισοπαλίες σε επτά αναμετρήσεις.

Καταλαβαίνει κανείς πως δέκα συναπτές εμφανίσεις που κυμαίνονται από πολύ μέτρια μέχρι τραγικά επίπεδα, μόνο αμελητέα ποσότητα δεν είναι για μια ομάδα που κάνει πρωταθλητισμό. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που ο Ρόμαν Αμπράμοβιτς από την τέταρτη κιόλας ήττα της ομάδας του στη σεζόν έσπευσε ν’ αντικαταστήσει τον Ρομπέρτο Ντι Ματέο με τον Ράφα Μπενίτεθ. 

Μετά κι από τη χθεσινή ήττα από τη Γουέστ Χαμ αυτοί οι απολογισμοί θα γραφτούν κατά κόρον. Λίγοι θα σταθούν, όμως, σ’ ένα γεγονός μείζονος σημασίας που έλαβε χώρα στο λυκαυγές αυτής της περιόδου αγωνιστικής ανομβρίας. Στο 18ο λεπτό της αναμέτρησης με τη Σαχτάρ στην Ουκρανία, ο Φρανκ Λάμπαρντ αποχωρεί τραυματίας από τον αγωνιστικό χώρο κι αντικαθίσταται από τον Αζάρ (φώτο). Το ιατρικό επιτελείο κάνει λόγο για υποτροπιασμό του τραύματος στη γάμπα, το οποίο στέρησε από τον 34χρονο τη δυνατότητα συμμετοχής στο Euro του περασμένου καλοκαιριού, κι εκτιμά ως πιθανό χρόνο αποθεραπείας τις είκοσι μέρες.


Τα αποτελέσματα χωρίς τον Λάμπαρντ στη βασική ενδεκάδα καταγράφηκαν λίγο πιο πάνω. Σίγουρα ο Άγγλος μέσος δεν είναι ο παίκτης που θα ξεσηκώσει τα πλήθη με μια φαντεζί ντρίπλα ή με μια επέλαση, αλλά η δουλειά του είναι ουσιαστική όσο δεν πάει και αποτελεί κλειδί για την εύρυθμη λειτουργία της Τσέλσι. Πέρυσι ο Λάμπαρντ έμενε πάλι εκτός ενδεκάδας, όχι λόγω τραυματισμού, αλλά επειδή ο Βίλας Μπόας ήθελε να «εκσυγχρονίσει» την Τσέλσι και τ’ αποτελέσματα ήταν λίγο πολύ ίδια με τώρα. Όταν με τον Ντι Ματέο έγινε πάλι βασικό κι αναντικατάστατο μέλος της ενδεκάδας, οι καλές εμφανίσεις επέστρεψαν κι οδήγησαν μάλιστα μέχρι το Μόναχο και την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ. Σίγουρα συνέβαλε τότε κι η αποκατάσταση του καλού κλίματος στ' αποδυτήρια, αλλά αν δεν καθιερώνονταν ξανά ο Λάμπαρντ κυρίως κι ο Ντρογκμπά δευτερευόντως, ίσως να μην είχε επιτευχθεί καμία από τις περσινές επιτυχίες.

Καταρχάς, ο Λάμπαρντ είναι ο μόνος παίκτης στο ρόστερ που μπορεί να παίξει τη θέση του επιτελικού μέσου όπως ακριβώς την απαιτεί το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Πλέον το δεκάρι, όπως θα το αποκαλούσαμε κάποτε, δεν αρκεί να «μιλάει» στην μπάλα. Οφείλει πρωτίστως να είναι σε θέση να γίνεται τρίτος κεντρικός χαφ όταν η ομάδα αμύνεται, γεγονός που προϋποθέτει μαχητικότητα, διαγώνια τρεξίματα κι αξιοπρεπή ανασταλτικά προσόντα. Μόνο και μόνο απ’ αυτό, γίνεται έυκολα αντιληπτό πως τη θέση δεν μπορεί να την καλύψει σωστά ούτε ο αναιμικός Μάτα, ούτε ο Αζάρ που έχει μάθει τόσα χρόνια να ξεκινάει την κίνησή του από τα άκρα. Επίσης, κανένας εκ των δύο δεν μπορεί να πιέσει στο μισό γήπεδο και να δώσει κλεψίματα ψηλά, άλλο ένα στοιχείο που είναι απαραίτητο για το σύγχρονο επιτελικό μέσο.

Ασφαλώς κι όταν μια ομάδα διαθέτει δύο εκπληκτικά κεντρικά χαφ, δεν είναι τόσο σπουδαία υπόθεση η ύπαρξη ενός αξιόπιστου ανασταλτικά δεκαριού. Το δίδυμο όμως Όμπι Μίκελ-Ραμίρεζ έχει συγκεκριμένο ταβάνι. Ο πρώτος αναμφίβολα είναι ένας εξαιρετικός «σύρτης» μπροστά από τα στόππερ κι η παρουσία του είναι εκ των ων ουκ άνευ. Ο Ραμίρεζ, όμως, όλα του τα καλά παιχνίδια τα έχει κάνει είτε αγωνιζόμενος ως δεξιός εσωτερικός μέσος στο 4-3-3 με δύο εξίσου καλούς παίκτες πλάι του (όχι έναν, όπως τώρα), είτε κυρίως ως δεξιός χαφ στο περσινό 4-2-3-1 της Τσέλσι, όπου συνέκλινε και γινόταν τέταρτος χαφ στην ευθεία, όταν η ομάδα αμυνόταν, πλάι στον Μεϊρέλες, τον Όμπι Μίκελ και στον Λάμπαρντ που οπισθοχωρούσε. Με λίγα λόγια όταν δέχεται πολλή πίεση και δεν έχει τόσες πολλές βοήθεις, τον πιάνει «θάλασσα». Είναι καλός για να κινείται σε συγκεκριμένα μέτρα. Συνεπώς, όταν ο αντίπαλος μπορεί να επιτεθεί με δύο χαφ και τρία χαφ κι έχει κι ένα μπακ που μπορεί να δώσει πλάτος επιθετικά, θα βγάλει πολλές επιθέσεις με επιθετικό πλεονέκτημα.


Και μιας κι αναφέρθηκε η συνεισφορά του Λάμπαρντ σε συνάρτηση με τους άλλους δύο κεντρικούς μέσους στον ανασταλτικό τομέα, ας περάσουμε και στο δημιουργικό κομμάτι. Φέτος η Τσέλσι δε διαθέτει στον άξονα ένα παίκτη που να μπορεί με αξιοπιστία να περάσει την μπάλα στους επιτιθέμενους ή να τη «σπάσει» διαγώνια. Όπως δε διαθέτει και παίκτη στον άξονα που να μπορεί να τρέξει με την μπάλα. Ο Ραμίρεζ κι ο Μίκελ διακρίνονται για το πάθος τους, την αυταπάρνησή τους, τις ικανότητές τους ανασταλτικά, αλλά όχι για τις δημιουργικές τους ικανότητες. Ο Λάμπαρντ κατέβαινε χαμηλά, οπισθοχωρούσε αφύσικα για τη θέση του κι επωμιζόταν τα παραπάνω καθήκοντα. Χωρίς τον Λάμπαρντ η ομάδα στηρίζεται στην ανάπτυξη από τα πλάγια, στις μακρινές μπαλιές για τον Τόρρες ή ελπίζει σε κάποιο λάθος του αντιπάλου χαμηλά. Σ’ έναν τρόπο παιχνιδιού εν ολίγοις άκρως προβλέψιμο και βούτυρο στο ψωμί κάθε αξιοπρεπή αντιπάλου.

Ειρήσθω εν παρόδω, ακόμα κι αν επιστρέψει δυνατός ο Λάμπαρντ, γνώμη μου είναι πως ο Αμπράμοβιτς πρέπει να κινηθεί στη μεταγραφική περίοδο του Ιανουαρίου για ένα καλό οκτάρι, ώστε να μη φορτώνει τον Άγγλο και με την ιδιότητα του deep lying playmaker. Δε διανύει, άλλωστε, και την πρώτη του νεότητα, για να έχει τις αντοχές για τρία και τέσσερα διαφορετικά πράγματα στο χορτάρι.


Τρίτο τη τάξει χαρακτηριστικό που κάνει τον Λάμπαρντ αναπόσπαστο γρανάζι της μηχανής της Τσέλσι, είναι η έφεσή του στο σκοράρισμα. Σίγουρα τα γκολ του δε λείπουν τόσο όσο η πίεση, η ανάσχεση, τα τρεξίματα κι η δημιουργικότητά του. Όταν όμως ο Αζάρ δεν πιάνει ακόμα τα στάνταρ της περσινής του σεζόν στο Σαμπιονά αναφορικά με το σκοράρισμα, ο Ραμίρεζ δεν μπορεί να πατήσει περιοχή και να γίνει δεύτερος επιθετικός, όπως κάνει καλύτερα απ’ τον καθένα ο Λάμπαρντ, ο Ντρογκμπά δεν υπάρχει πλέον, ο Τόρρες μοιάζει σκιά του καλού του εαυτού κι η ομάδα κρέμεται κατά κύριο λόγο στον Μάτα, η απουσία ενός ποδοσφαιριστή που δίνει κατά μέσο όρο 15-16 γκολ ανά αγωνιστική περίοδο, δεν μπορεί να περάσει στα ψιλά. 

Αναμφισβήτητα όταν επιστρέψει ο Λάμπαρντ η Τσέλσι δε θα μεταμορφωθεί σε Μπαρτσελόνα. Θα ανέβει, όμως, ξανά αρκετά σκαλιά εν συγκρίσει με τις τωρινές της επιδόσεις. Κι όχι, όπως προανέφερα, γιατί ο Λάμπαρντ είναι ο Μαραντόνα, αλλά γιατί απ' όταν η Τσέλσι ξεκίνησε να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο, ανέκαθεν η πλειονότητα της ενδεκάδας μπορούσε ν' αντικατασταθεί δίχως να δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα, αλλά όταν δεν αγωνιζόταν ο Λάμπαρντ στη νευραλγική για την ομάδα θέση στον άξονα, το αντίκτυπο στον αγώνα ήταν πασιφανές. Μένει να δούμε αν όντως με την επιστροφή του 34χρονου στις αγωνιστικές υποχρεώσεις στα τέλη του έτους οι μπλέ θ' αλλάξουν πρόσωπο προς το καλύτερο. Εξάλλου, η σεζόν έχει πολύ δρόμο ακόμα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου