Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Ο μνηστήρας της Football League



Επτά στροφές πριν την αυλαία της Σούπερ Λιγκ και δεδομένου ότι ο πρωταθλητής έχει κριθεί από τις πρώτες κιόλας αγωνιστικές, όλο το ενδιαφέρον εστιάζεται στη μάχη της «ουράς». Όπως όλα δείχνουν, η πρώτη ομάδα που θ’ αγωνίζεται από του χρόνου στο πρωτάθλημα της Football League, είναι η Κέρκυρα. Οι Φαίακες πληρώνουν το ελλιπές ρόστερ τους και την απουσία ποδοσφαιριστών επιπέδου πρώτης εθνικής σε κομβικές θέσεις και συνεπώς, αν δε συντελεστεί κάποιο πρωτοφανές ποδοσφαιρικό θαύμα, θα σφραγίσουν το πρώτο εισιτήριο του υποβιβασμού.

Και κάπου εδώ είναι που ξεπροβάλλουν όλα τα ενδιαφέροντα στοιχεία της υπόθεσης «Β’ Εθνική». Θεωρητικά και βάσει βαθμολογικού πίνακα την προτελευταία θέση διεκδικούν δύο ομάδες, η Βέροια κι ο Άρης, με είκοσι τρεις κι είκοσι δύο βαθμούς αντίστοιχα. Κι αυτό γιατί η Α.Ε.Κ., ο Ο.Φ.Η. κι ο Πανθρακικός που ισοβαθμούν πάνω από τους Θεσσαλονικείς και τη «Βασίλισσα του Βορρά» με είκοσι έξι πόντους, με δύο-τρία θετικά αποτελέσματα στους εναπομείναντες επτά αγώνες σώζονται πανηγυρικά.

Όλα αυτά στη θεωρία. Γιατί επί του πρακτέου και κρίνοντας καθαρά από την αγωνιστική εικόνα, υπάρχει ανάμεσα στους παραπάνω τρεις άλλος ένας μνηστήρας της Football League. Κι αυτός δεν είναι άλλος από τον Ο.Φ.Η. του Γιάννη Πετράκη. Και διευκρινίζω το όνομα του 54χρονου προπονητή γιατί αν αντιπαραθέσουμε την ομάδα του και την ομάδα του πρώτου γύρου με προπονητή τον Νίκο Αναστόπουλο, θα δούμε πως απέχουν παρασάγγες, τόσο σ’ επίπεδο τακτικής, όσο και στον τομέα της αποτελεσματικότητας. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το δύσβατο επερχόμενο πρόγραμμα, μόνο εύκολο δεν κάνουν το έργο των Κρητικών για την παραμονή.

Πρώτος γύρος
Κατ’ αρχήν, η μείζουσα διαφορά μεταξύ της ομάδας του πρώτου γύρου επί Αναστόπουλου και της υπάρχουσας έγκειται στον τομέα της αμυντικής συμπεριφοράς. Στο πρώτο μισό της Σούπερ Λιγκ ο Ο.Φ.Η. δέχτηκε τρία τέρματα μόνο σ' έναν αγώνα, στην εκτός έδρας ήττα με 3-2 στον Ατρόμητο, ενώ το μόνο ματς που έχασε αμαχητί ήταν το 2-0 στο «Γ. Καραϊσκάκης». Είχε, βέβαια, κι άλλη μία ήττα με διαφορά δύο τερμάτων απέναντι στο Λεβαδειακό στο Ηράκλειο (0-2), σ’ ένα παιχνίδι όμως που στιγματίστηκε από τα τρία δοκάρια των Κρητικών και το αυτογκόλ του Κουρδάκη. Ήταν εν ολίγοις μια σκληροτράχηλη ομάδα, που δεν έτρωγε τόσο εύκολα γκολ και που επίσης, δεν μπορούσες να την κερδίσεις εύκολα, ούτε βέβαια και να σε κερδίσει εύκολα. Και το τελευταίο γιατί όσο άρτια αμυντική λειτουργία –πάντα για τα δεδομένα της δυναμικής του ρόστερ της- διέθετε, τόση δυστοκία αντιμετώπιζε στο σκοράρισμα. Τα παραπάνω συνοψίζονται στον απολογισμό του πρώτου γύρου: δεκαεπτά βαθμοί με τέσσερις νίκες, πέντε ισοπαλίες και έξι ήττες, δεκαέξι γκολ ενεργητικό και δεκαοχτώ παθητικό. Μέτρια συγκομιδή φαινομενικά. Αν συνυπολογίσουμε όμως το γεγονός ότι το ρόστερ του Ο.Φ.Η. από πλευράς ποιότητας είναι αντικειμενικά μες στα πέντε χειρότερα της κατηγορίας, τα αποτελέσματα αυτά κρίνονται κάτι παραπάνω από ικανοποιητικά.

Δεύτερος γύρος
Και φτάνουμε στο δεύτερο γύρο, όπου βρίσκεται εξ' αρχής στο τιμόνι της ομάδας ο Γιάννης Πετράκης, μιας κι ο Αναστόπουλος παραιτήθηκε και συνεχίζει την καριέρα του στον Ατρόμητο. Σε οκτώ παιχνίδια που έχουν παίξει οι Κρητικοί μέχρι τώρα, τ’ αποτελέσματα που έχουν αποσπάσει καθρεφτίζουν πλήρως την τακτική που ακολουθεί η ομάδα στο χορτάρι. Τρεις νίκες και πέντε ήττες, τέσσερις εκ των οποίων με τριάρα (Ξάνθη, Πλατανιάς, Π.Α.Ο.Κ., Παναθηναϊκός). Και την καθρεφτίζουν πλήρως γιατί το σύστημα της ομάδας μπορεί να περιγραφεί πλήρως με τέσσερις λέξεις: «όσα βάλουμε, όσα φάμε». Τι κι αν η μόνη σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ομάδα του Αναστόπουλου και του Πετράκη να είναι η έλλειψη του Σίσιτς, οι δύο ομάδες μοιάζουν σαν τη μέρα με τη νύχτα.

Τακτικές διαφορές
Ας εξετάσουμε λίγο πιο διεξοδικά τις διαφορές στην τακτική των δύο προπονητών και τι είναι όλα αυτά που συνθέτους δύο τόσο αντίθετες αγωνιστικές εικόνες.

Αναστόπουλος
Ο «Αλενατόρε» χρησιμοποιούσε σε μόνιμη βάση ένα 4-3-2-1, που όταν η ομάδα αμυνόταν γινόταν καθαρό 4-5-1. Αναπόσπαστο στοιχείο ήταν το βάθος αμυντικά κι οι πολύ μικρές αποστάσεις μεταξύ των γραμμών. Ο αργός πλην ποιοτικός Βερόν έπαιζε σαν «σύρτης» μπροστά από τα στόππερ κι είχε καθήκον να δίνει την καλή πρώτη πάσα για ν’ αναπτυχθεί ορθολογικά η ομάδα. Στην άμυνα ήταν όσο πιο κοντά γίνεται στους κεντρικούς αμυντικούς και σε πολλές περιπτώσεις έμπαινε ακόμα και τρίτος σέντερ μπακ. Εν ολίγοις, κινούταν σε μικρό χώρο και παρότι του λείπουν κάποια βασικά στοιχεία, έχοντας αυτό το ρόλο αξιοποιούσε τα προτερήματά του 100% και φαινόταν ουσιαστικά πολύ καλύτερος απ' όσο πραγματικά είναι. 

Μπροστά από τον Βερόν αγωνίζονταν πάντα δύο κεντρικοί μέσοι -συχνότερα ο Ιωαννίδης με τον Λαμπρόπουλο- με αρκετές αμυντικές αρμοδιότητες. Πρωταρχικό τους μέλημα ήταν να πιέζουν συντονισμένα, να κερδίζουν τις προσωπικές τους μονομαχίες και να φροντίζουν ώστε να διατηρείται η συνοχή κι η μικρή απόσταση από την αμυντική τετράδα. Όφειλαν, επίσης, να δίνουν βοήθειες στα πλάγια και ενίοτε να καλύπτουν τους πλάγιους μπακ, αν και αυτό γινόταν ελάχιστες φορές, μιας και τ’ ανεβάσματα των ακραίων αμυντικών ήταν σπάνια. Οι εξτρέμ, ο Σίσιτς κι ο Κουτσιανικούλης, ήταν καθαρά παίκτες γραμμής, έδιναν, όποτε υπήρχε ανάγκη, βοήθειες στον μπακ της πλευράς τους και φρόντιζαν ο αντίπαλος να μη βγάζει παραπάνω παίκτες στα πλάγια όταν επιτίθεται από 'κει.

Η ανάπτυξη ήταν αργή και γινόταν στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων από τα "φτερά", ενώ για την επιθετική παραγωγικότητα βαρύνουσα σημασία είχαν οι στημένες φάσεις κι οι αντεπιθέσεις. Μάλιστα, επειδή πολλές φορές η τριάδα στο κέντρο απαρτιζόταν κατά κύριο λόγο από αμυντικούς μέσους, χαρακτηριστικό ήταν το ότι ο Παπάζογλου κατέβαινε πολύ χαμηλά για τη θέση του, ώστε να λειτουργήσει ως ένα επιπλέον στήριγμα για την κυκλοφορία της μπάλας.

Σίγουρα είναι ένας τρόπος παιχνιδιού που δεν ενδείκνυται για την παραγωγή πολλών φάσεων, ούτε για να παίξει μια ομάδα ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας. Πιο πολύ έμοιαζε με ποδόσφαιρο καταστροφής. Ωστόσο, ήταν πλήρως προσαρμοσμένο στις δυνατότητες των Κρητικών. Ένα πλάνο που έκανε την ομάδα σφιχτή κι απόλυτα συμπαγή αμυντικά και την καθιστούσε «σκληρό καρύδι» για όλους τους αντιπάλους.

Πετράκης
Όσον αφορά το παρόν, ο Πετράκης έχει αλλάξει τελείως γραμμή πλεύσης. Παίζει πια ένα καθαρό 4-4-2, το οποίο –για να μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας- δεν είναι τίποτα άλλο από ένα καθαρό 4-2-4. Σαν κι αυτό που έπαιζε η Βραζιλία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958. Στο κέντρο αγωνίζονται μόνο δύο ποδοσφαιριστές, με τους πλάγιους χαφ να παίζουν στην πλάτη των αντίπαλων μπακ, προκειμένου, σε περίπτωση που ο Ο.Φ.Η. κλέψει την μπάλα, ν’ αντεπιτεθούν άμεσα εκμεταλλευόμενοι μια βαθιά μπαλιά του Βερόν. Φυσικά επακόλουθα δεν είναι άλλα από την τεράστια απόσταση μεταξύ των γραμμών, την απομόνωση των Παπάζογλου-Περογαμβράκη στην κορυφή της επίθεσης, τα προβλήματα που δημιουργούνται στο κέντρο, αφού με μόνο δύο χαφ να επιτηρούν το χώρο ο αντίπαλος βγάζει πολύ εύκολα αριθμητική υπεροχή, και τα πολλά ρήγματα που δέχεται η ομάδα από τα άκρα, γιατί τα πλάγια μπακ δεν έχουν καμία αρωγή από τους εξτρέμ της πλευράς τους. Δεν είναι τυχαίο που οι διακριθέντες στον αγώνα με τον Παναθηναϊκό ήταν πρωτευόντως ο Μαυρίας κι ο Σισοκό (οι εξτρέμ δηλαδή) και δευτερευόντως ο Ζέκα κι ο Σο, που απέναντι στους δύο απομονωμένους κόφτες του Ο.Φ.Η. έβρισκαν όσα μέτρα ήθελαν στο χώρο του κέντρου για να κάνουν το παιχνίδι  τους.

Στον Γιάννη Πετράκη, λοιπόν, πιστώνεται απόλυτα το γεγονός ότι εγκατέλειψε μια για πάντα το καταστροφικό ποδόσφαιρο, την άκρατη άμυνα και την επίθεση με λίγους ποδοσφαιριστές κι αποφάσισε να βγάλει την ομάδα του μπροστά. Του πιστώνεται απόλυτα, επίσης, πως στα μισά παιχνίδια του δεύτερου γύρου δέχτηκε τρία τέρματα λιγότερα απ’ όσα δέχτηκε ο Αναστόπουλος καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου γύρου της αγωνιστικής περιόδου.

Βαθμός επικινδυνότητας
Κανείς δεν μπορεί να αποφανθεί με βεβαιότητα για το αν θα πέσει εν τέλει ο Ο.Φ.Η. ή για το αν θα την γλυτώσει. Στο ποδόσφαιρο, εξάλλου, υπάρχουν πολλοί αστάθμητοι παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο, ειδικά τώρα που η ομάδα του Ηρακλείου δε χρειάζεται δα και το απόλυτο στους επερχόμενους αγώνες και μπορεί να εξασφαλιστεί με λίγους βαθμούς ακόμα. Θα μπλέξει σε περιπέτειες παρόλ’ αυτά κι αυτό είναι μαθηματικά βέβαιο.

Σε περίπτωση που ηττηθεί το απόγευμα του Σαββάτου στο Ηράκλειο από τον Ολυμπιακό, πράγμα διόλου απίθανο, μετά η Βέροια, στην οποία ταξιδεύουν οι Κρητικοί την άλλη εβδομάδα, θα βρίσκεται σε απόσταση βολής. Αν, δε, ο Άρης πάρει έστω κι ένα βαθμό τη Δευτέρα στη Βέροια, μετά θα βρίσκονται κι οι δύο σε θέση να εκμεταλλευτούν άμεσα τυχόν στραβοπάτημα του Ο.Φ.Η. και να τον περάσουν ή να τον ισοφαρίσουν στη βαθμολογία. Επιπλέον, ο Ο.Φ.Η. μετά τη Βέροια αντιμετωπίζει σερί Λεβαδειακό και ΠΑΣ Γιάννινα, τις δύο ομάδες δηλαδή που παλεύουν με τον Παναθηναϊκό για την 5η θέση των play-off.

Κατά τη γνώμη μου, όλο το παιχνίδι θα παιχτεί ανάμεσα στον Ο.Φ.Η. και τον Άρη, οι οποίοι σημειωτέον αντιμετωπίζουν και κατά 6/7 τις ίδιες ομάδες τις τελευταίες επτά αγωνιστικές. Η Βέροια δεν αξίζει να υποβιβαστεί. Έχει ένα αρκετά καλό σύνολο, αλλά πληρώνει την επιθετική της αφλογιστία και την έλλειψη ενός παίκτη που μπορεί να δώσει το «εύκολο γκολ». Είναι κι η μόνη απ’ τις τρεις που έχει τέσσερις αγώνες εντός έδρας. Ο Άρης, απ’ την άλλη, θα μπορούσε να σκιαγραφηθεί μέχρι τα Χριστούγεννα απόλυτα με τη φράση «Μια ομάδα Β’ Εθνικής κι ο Αγκάνθο». Πλέον στην παραπάνω φράση προστίθεται κι ο Τάτος πλάι στον Ισπανό φορ. Μένει να δούμε κατά πόσο θα κατορθώσουν οι δυο τους να «καθαρίσουν» τα εντός έδρας παιχνίδια (Λιβαδειά, Πανθρακικός, Τρίπολη) και να βοηθήσουν την ομάδα στις δύο αποστολές ζωής και θανάτου στη Βέροια σε μερικές μέρες και στην Ξάνθη την τελευταία αγωνιστική.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

To be Frank...




Η φετινή εκκίνηση της Τσέλσι στις αγωνιστικές της υποχρεώσεις ήταν αν μη τι άλλο εντυπωσιακή, τόσο από άποψη αποτελεσματικότητας, όσο κι από άποψη θεάματος. Με κεκτημένη ταχύτητα από την περσινή κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ οι Λονδρέζοι μπήκαν φουριόζοι στο πρωτάθλημα, μετρώντας στις οκτώ πρώτες αγωνιστικές επτά νίκες και μια ισοπαλία, έχοντας μάλιστα σημειώσει δεκαεννιά τέρματα. Τα δύο λονδρέζικα ντέρμπι στο «Emirates» και στο «White Hart Lane» βρήκαν νικητές τους μπλε με σκορ 1-2 και 2-4 αντίστοιχα, οι τεσσάρες διαδέχονταν η μία την άλλη, ο Μάτα φαινόταν να συνεργάζεται άψογα με την ακριβότερη μεταγραφή της θερινής περιόδου, τον Έντεν Αζάρ, ενώ δεν ήταν λίγα τα χρονικά διαστήματα που η ομάδα απέδιδε γρήγορο κι εντυπωσιακό ποδόσφαιρο.

Η παραπάνω περίοδος
διήρκεσε ακριβώς έως τις 23 Οκτωβρίου, όταν κι η Τσέλσι ταξίδεψε στο παγωμένο Νόνετσκ, όπου και τελικά ηττήθηκε από τη Σαχτάρ με 2-1. Έκτοτε η ομάδα άρχιζε να θυμίζει έντονα τους τελευταίους τρεις μήνες της επί Βίλας Μπόας στην τεχνική ηγεσία. Πραγματικά, το μόνο κοινό που μπορεί να βρει κανείς σε αυτή την Τσέλσι και την αντίστοιχη της αρχής της σεζόν είναι το χρώμα της φανέλας. Στην Ευρώπη, πέρα από την ήττα στο Ντόνετσκ, απέσπασε τρεις βαθμούς στις καθυστερήσεις από την Σαχτάρ στο Λονδίνο και δέχτηκε τρία γκολ στην Ιταλία από τη Γιουβέντους. Στο πρωτάθλημα δε, μετράει από την 28η Οκτωβρίου τρεις ήττες (Μάντσεστερ Γ εντός, Γουέστ Μπρομ και Γουεστ Χαμ εκτός) και τέσσερις ισοπαλίες σε επτά αναμετρήσεις.

Καταλαβαίνει κανείς πως δέκα συναπτές εμφανίσεις που κυμαίνονται από πολύ μέτρια μέχρι τραγικά επίπεδα, μόνο αμελητέα ποσότητα δεν είναι για μια ομάδα που κάνει πρωταθλητισμό. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που ο Ρόμαν Αμπράμοβιτς από την τέταρτη κιόλας ήττα της ομάδας του στη σεζόν έσπευσε ν’ αντικαταστήσει τον Ρομπέρτο Ντι Ματέο με τον Ράφα Μπενίτεθ. 

Μετά κι από τη χθεσινή ήττα από τη Γουέστ Χαμ αυτοί οι απολογισμοί θα γραφτούν κατά κόρον. Λίγοι θα σταθούν, όμως, σ’ ένα γεγονός μείζονος σημασίας που έλαβε χώρα στο λυκαυγές αυτής της περιόδου αγωνιστικής ανομβρίας. Στο 18ο λεπτό της αναμέτρησης με τη Σαχτάρ στην Ουκρανία, ο Φρανκ Λάμπαρντ αποχωρεί τραυματίας από τον αγωνιστικό χώρο κι αντικαθίσταται από τον Αζάρ (φώτο). Το ιατρικό επιτελείο κάνει λόγο για υποτροπιασμό του τραύματος στη γάμπα, το οποίο στέρησε από τον 34χρονο τη δυνατότητα συμμετοχής στο Euro του περασμένου καλοκαιριού, κι εκτιμά ως πιθανό χρόνο αποθεραπείας τις είκοσι μέρες.


Τα αποτελέσματα χωρίς τον Λάμπαρντ στη βασική ενδεκάδα καταγράφηκαν λίγο πιο πάνω. Σίγουρα ο Άγγλος μέσος δεν είναι ο παίκτης που θα ξεσηκώσει τα πλήθη με μια φαντεζί ντρίπλα ή με μια επέλαση, αλλά η δουλειά του είναι ουσιαστική όσο δεν πάει και αποτελεί κλειδί για την εύρυθμη λειτουργία της Τσέλσι. Πέρυσι ο Λάμπαρντ έμενε πάλι εκτός ενδεκάδας, όχι λόγω τραυματισμού, αλλά επειδή ο Βίλας Μπόας ήθελε να «εκσυγχρονίσει» την Τσέλσι και τ’ αποτελέσματα ήταν λίγο πολύ ίδια με τώρα. Όταν με τον Ντι Ματέο έγινε πάλι βασικό κι αναντικατάστατο μέλος της ενδεκάδας, οι καλές εμφανίσεις επέστρεψαν κι οδήγησαν μάλιστα μέχρι το Μόναχο και την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ. Σίγουρα συνέβαλε τότε κι η αποκατάσταση του καλού κλίματος στ' αποδυτήρια, αλλά αν δεν καθιερώνονταν ξανά ο Λάμπαρντ κυρίως κι ο Ντρογκμπά δευτερευόντως, ίσως να μην είχε επιτευχθεί καμία από τις περσινές επιτυχίες.

Καταρχάς, ο Λάμπαρντ είναι ο μόνος παίκτης στο ρόστερ που μπορεί να παίξει τη θέση του επιτελικού μέσου όπως ακριβώς την απαιτεί το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Πλέον το δεκάρι, όπως θα το αποκαλούσαμε κάποτε, δεν αρκεί να «μιλάει» στην μπάλα. Οφείλει πρωτίστως να είναι σε θέση να γίνεται τρίτος κεντρικός χαφ όταν η ομάδα αμύνεται, γεγονός που προϋποθέτει μαχητικότητα, διαγώνια τρεξίματα κι αξιοπρεπή ανασταλτικά προσόντα. Μόνο και μόνο απ’ αυτό, γίνεται έυκολα αντιληπτό πως τη θέση δεν μπορεί να την καλύψει σωστά ούτε ο αναιμικός Μάτα, ούτε ο Αζάρ που έχει μάθει τόσα χρόνια να ξεκινάει την κίνησή του από τα άκρα. Επίσης, κανένας εκ των δύο δεν μπορεί να πιέσει στο μισό γήπεδο και να δώσει κλεψίματα ψηλά, άλλο ένα στοιχείο που είναι απαραίτητο για το σύγχρονο επιτελικό μέσο.

Ασφαλώς κι όταν μια ομάδα διαθέτει δύο εκπληκτικά κεντρικά χαφ, δεν είναι τόσο σπουδαία υπόθεση η ύπαρξη ενός αξιόπιστου ανασταλτικά δεκαριού. Το δίδυμο όμως Όμπι Μίκελ-Ραμίρεζ έχει συγκεκριμένο ταβάνι. Ο πρώτος αναμφίβολα είναι ένας εξαιρετικός «σύρτης» μπροστά από τα στόππερ κι η παρουσία του είναι εκ των ων ουκ άνευ. Ο Ραμίρεζ, όμως, όλα του τα καλά παιχνίδια τα έχει κάνει είτε αγωνιζόμενος ως δεξιός εσωτερικός μέσος στο 4-3-3 με δύο εξίσου καλούς παίκτες πλάι του (όχι έναν, όπως τώρα), είτε κυρίως ως δεξιός χαφ στο περσινό 4-2-3-1 της Τσέλσι, όπου συνέκλινε και γινόταν τέταρτος χαφ στην ευθεία, όταν η ομάδα αμυνόταν, πλάι στον Μεϊρέλες, τον Όμπι Μίκελ και στον Λάμπαρντ που οπισθοχωρούσε. Με λίγα λόγια όταν δέχεται πολλή πίεση και δεν έχει τόσες πολλές βοήθεις, τον πιάνει «θάλασσα». Είναι καλός για να κινείται σε συγκεκριμένα μέτρα. Συνεπώς, όταν ο αντίπαλος μπορεί να επιτεθεί με δύο χαφ και τρία χαφ κι έχει κι ένα μπακ που μπορεί να δώσει πλάτος επιθετικά, θα βγάλει πολλές επιθέσεις με επιθετικό πλεονέκτημα.


Και μιας κι αναφέρθηκε η συνεισφορά του Λάμπαρντ σε συνάρτηση με τους άλλους δύο κεντρικούς μέσους στον ανασταλτικό τομέα, ας περάσουμε και στο δημιουργικό κομμάτι. Φέτος η Τσέλσι δε διαθέτει στον άξονα ένα παίκτη που να μπορεί με αξιοπιστία να περάσει την μπάλα στους επιτιθέμενους ή να τη «σπάσει» διαγώνια. Όπως δε διαθέτει και παίκτη στον άξονα που να μπορεί να τρέξει με την μπάλα. Ο Ραμίρεζ κι ο Μίκελ διακρίνονται για το πάθος τους, την αυταπάρνησή τους, τις ικανότητές τους ανασταλτικά, αλλά όχι για τις δημιουργικές τους ικανότητες. Ο Λάμπαρντ κατέβαινε χαμηλά, οπισθοχωρούσε αφύσικα για τη θέση του κι επωμιζόταν τα παραπάνω καθήκοντα. Χωρίς τον Λάμπαρντ η ομάδα στηρίζεται στην ανάπτυξη από τα πλάγια, στις μακρινές μπαλιές για τον Τόρρες ή ελπίζει σε κάποιο λάθος του αντιπάλου χαμηλά. Σ’ έναν τρόπο παιχνιδιού εν ολίγοις άκρως προβλέψιμο και βούτυρο στο ψωμί κάθε αξιοπρεπή αντιπάλου.

Ειρήσθω εν παρόδω, ακόμα κι αν επιστρέψει δυνατός ο Λάμπαρντ, γνώμη μου είναι πως ο Αμπράμοβιτς πρέπει να κινηθεί στη μεταγραφική περίοδο του Ιανουαρίου για ένα καλό οκτάρι, ώστε να μη φορτώνει τον Άγγλο και με την ιδιότητα του deep lying playmaker. Δε διανύει, άλλωστε, και την πρώτη του νεότητα, για να έχει τις αντοχές για τρία και τέσσερα διαφορετικά πράγματα στο χορτάρι.


Τρίτο τη τάξει χαρακτηριστικό που κάνει τον Λάμπαρντ αναπόσπαστο γρανάζι της μηχανής της Τσέλσι, είναι η έφεσή του στο σκοράρισμα. Σίγουρα τα γκολ του δε λείπουν τόσο όσο η πίεση, η ανάσχεση, τα τρεξίματα κι η δημιουργικότητά του. Όταν όμως ο Αζάρ δεν πιάνει ακόμα τα στάνταρ της περσινής του σεζόν στο Σαμπιονά αναφορικά με το σκοράρισμα, ο Ραμίρεζ δεν μπορεί να πατήσει περιοχή και να γίνει δεύτερος επιθετικός, όπως κάνει καλύτερα απ’ τον καθένα ο Λάμπαρντ, ο Ντρογκμπά δεν υπάρχει πλέον, ο Τόρρες μοιάζει σκιά του καλού του εαυτού κι η ομάδα κρέμεται κατά κύριο λόγο στον Μάτα, η απουσία ενός ποδοσφαιριστή που δίνει κατά μέσο όρο 15-16 γκολ ανά αγωνιστική περίοδο, δεν μπορεί να περάσει στα ψιλά. 

Αναμφισβήτητα όταν επιστρέψει ο Λάμπαρντ η Τσέλσι δε θα μεταμορφωθεί σε Μπαρτσελόνα. Θα ανέβει, όμως, ξανά αρκετά σκαλιά εν συγκρίσει με τις τωρινές της επιδόσεις. Κι όχι, όπως προανέφερα, γιατί ο Λάμπαρντ είναι ο Μαραντόνα, αλλά γιατί απ' όταν η Τσέλσι ξεκίνησε να αγωνίζεται σε υψηλό επίπεδο, ανέκαθεν η πλειονότητα της ενδεκάδας μπορούσε ν' αντικατασταθεί δίχως να δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα, αλλά όταν δεν αγωνιζόταν ο Λάμπαρντ στη νευραλγική για την ομάδα θέση στον άξονα, το αντίκτυπο στον αγώνα ήταν πασιφανές. Μένει να δούμε αν όντως με την επιστροφή του 34χρονου στις αγωνιστικές υποχρεώσεις στα τέλη του έτους οι μπλέ θ' αλλάξουν πρόσωπο προς το καλύτερο. Εξάλλου, η σεζόν έχει πολύ δρόμο ακόμα.



Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Ένα κλειδί για τη βασίλισσα

Το σήριαλ της μεταγραφής του Λούκα Μόντριτς στη Ρεάλ Μαδρίτης μπήκε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Μετά από δύο μήνες σκληρών διαπραγματεύσεων μεταξύ της διοίκησης της Ρεάλ και του προέδρου της Τότεναμ, Ντάνιελ Λέβυ, ο Κροάτης μέσος έγινε κάτοικος Μαδρίτης έναντι του ποσού των 42 εκατομμυρίων ευρώ. Μάλιστα, στο χθεσινό επαναληπτικό του Σούπερ Καπ, τρεις μόλις μέρες μετά την ολοκλήρωση της μετακίνησής του στο Μπερναμπέου, ο Μόντριτς έκανε το ντεμπούτο του με τους Μερένχες, αγωνιζόμενος ως αλλαγή για δέκα λεπτά και λίγο έλειψε να χριστεί σκόρερ, αλλά ο Σονγκ απέκρουσε το σουτ του πριν καταλήξει στα δίχτυα.

Συζητήσεις εγείρονται γύρω από τη χρησιμότητα της απόκτησης του Μόντριτς και πιο συγκεκριμένα για το αν ο Κροάτης μπορεί να βρει μόνιμη θέση στην ομάδα του Μουρίνιο. Γιατί, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, δε νοείται να ξοδεύεις ένα υπέρογκο ποσό για να εντάξεις στο ρόστερ σου ένα ρολίστα. Ο 26χρονος, λοιπόν, όχι μόνο χωράει στη βασική ενδεκάδα, αλλά μπορεί να γίνει το κλειδί για δύο πλάνα παιχνιδιού που τυχόν θελήσει να εφαρμόσει ο Πορτογάλος τεχνικός των πρωταθλητών Ισπανίας. Αφενός μπορεί ν' αγωνιστεί στα χαφ ως παρτενέρ του Τσάμπι Αλόνσο, αφετέρου μπορεί να παίξει στην κορυφή του τριγώνου της μεσαίας γραμμής μπροστά από τον Κεντίρα και τον Ισπανό. Με αυτές τις δύο τακτικές θ' ασχοληθούμε αναλυτικά στο σημερινό μας κείμενο.

Πλάνο παιχνιδιού 1 (4-2-3-1)
Ο Ζοσέ Μουρίνιο από όταν ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Ρεάλ παραμένει πιστός στο 4-2-3-1. Απέναντι σε αντιπάλους που θέλει να έχει μεγάλη κατοχή μπάλας και να παίξει ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας, μπορεί να χρησιμοποιεί τον Μόντριτς δίπλα στον Τσάμπι Αλόνσο, αντί του Σάμι Κεντίρα, που συνηθίζουμε να βλέπουμε ως παρτενέρ του 31χρονου. Με δύο φύσει δημιουργικούς παίκτες στο κέντρο της πρέπει να περιμένουμε από τη Ρεάλ να μονοπωλήσει την κατοχή μπάλας, να αυξήσει κατά πολύ τα ποσοστά της, αλλά να έχει ταυτόχρονα παραπάνω δημιουργικότητα και να βγάζει περισσότερους συνδυασμούς. Αυτό συμβαίνει για τον εξής απλό λόγο: ο Εζίλ, αγωνιζόμενος μπροστά από τους δύο κεντρικούς μέσους συνηθίζει να πλαγιοκοπεί. Πλαγιοκοπώντας τραβάει αυτόματα μαζί του και τον αμυντικό χαφ που έχει αναλάβει το μαρκάρισμά του. Έτσι δημιουργείται στο κέντρο κενός χώρος, τον οποίο ένας χαφ με ταχύτητα και υψηλή τεχνική κατάρτιση μπορεί με μια καλή κάθετη κίνηση να εκμεταλλευτεί στο έπακρο, δημιουργώντας ευκαιρίες για τον κεντρικό επιθετικό μέσω συνδυασμών που μπορεί να επιτύχει έχοντας ως στήριγμα είτε τον Αλόνσο, είτε κάποιον εξτρέμ. Εν προκειμένω, τον τελευταίο ρόλο θα επωμιστεί ο Ντι Μαρία, που αγωνίζεται με ανάποδο πόδι για να συγκλίνει προς τον άξονα. Εξάλλου, εφόσον ο ένας αντίπαλος χαφ ακολουθεί την κίνηση του Εζίλ, ο έτερος μένει απομονωμένος κι έχει να επιτηρεί το 8άρι (Μόντριτς) και το εκάστοτε στήριγμά του (Αλόνσο και πιο σπάνια Ντι Μαρία).


Κάτι τέτοιο έκανε κι η Γερμανία στο Euro, όταν πάλι ο Εζίλ είχε την εντολή να αποκλίνει για να τραβάζει μαζί του τον αντίπαλο αμυντικό χαφ, κι έτσι έβγαιναν μόνοι τους ο Σβαϊνστάιγκερ με το εκάστοτε στήριγμά του, το οπόιο ήταν εννιά στις δέκα ο Κεντίρα, απέναντι σε έναν μόνο αντίπαλο αμυντικό μέσο. Όποιος παρατηρήσει στο πρώτο γκολ του Γκόμεζ απέναντι στην Ολλανδία στο Euro τις κινήσεις του Εζίλ και του Σβαϊνστάιγκερ πριν φτάσει η μπάλα στον υψηλόσωμο φορ, θα καταλάβει επ' ακριβώς αυτό που περιγράφω.

Το παραπάνω είναι ιδανικό για να εφαρμόζεται με αντιπάλους ομάδες κόντρα στις οποίες ο προπονητής γνωρίζει εκ των προτέρων πως δε θα κάνει υγιεινό περίπατο. Φέτος, για παράδειγμα, με τη Βαλένθια και με τη Χετάφε εκτός έδρας η ομάδα ήταν κομμένη στα δύο. Από τη μία ο Αλόνσο να υποδέχεται την μπάλα από την άμυνα και να προσπαθεί είτε να την σπάσει στα άκρα, στον Ντι Μαρία δεξιά ή στον Εζίλ που έβγαινε αριστερά για να πάει μπάλα, είτε να ψάξει με βαθιά μπαλιά πότε τον Ρονάλντο, πότε τον Μπενζεμά και πότε τον Ιγκουαϊν. Κι αυτό συνέβαινε αφού ο Κεντίρα και ο Λας, που ήταν οι παρτενέρ του με Χετάφε και Βαλένθια αντίστοιχα, υστερούν κατάφωρα δημιουργικά.

Πλάνο παιχνιδιού 2 (4-2-3-1 στα χαρτιά, 4-4-2 στο γήπεδο)


Ο δεύτερος ρόλος που μπορεί να υποστηρίξει ο Μόντριτς είναι αυτός του παίκτη μπροστά από τους δύο κεντρικούς χαφ. Εν τοιαύτη περιπτώση, ο Εζίλ θα αγωνιστεί στο δεξί “φτερό”, θέση που τον χρησιμοποιούσε ο Μουρίνιο όταν ξεκινούσε βασικό τον Κακά για πίσω από τον Μπενζεμά ή τον Ιγκουαϊν. Η στρατηγική αυτή θα κάνει τη μεσαία γραμμή πολύ πιο συμπαγή και λιγότερο ευάλωτη αμυντικά. Ενδείκνυται για αντιπάλους του ίδιου βεληνεκούς, όπως η Μπαρτσελόνα, η οποία στην πλειονότητα των Κλάσικο επικρατεί στο κέντρο κατά κράτος, ή πολλές από τις ομάδες που θα συναντήσει στο Τσάμπιονς Λιγκ. Όλοι θυμόμαστε, άλλωστε, πόσο καλύτερη ήταν η Μπάγερν από τη μέση και μπροστά στον αγώνα του Αλιάνζ Αρίνα πέρυσι, στους “4” της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης.

Πλέον θα υπάρχει ο Αλόνσο που θα λειτουργεί ως “σύρτης” μπροστά από τα δύο στόππερ και παράλληλα θα οπισθοχωρεί για να γίνει αποδέκτης της μπάλας και να δώσει τη σίγουρη πρώτη πάσα. Επιπροσθέτως, δίπλα του θα έχει δύο παίκτες που μπορούν να καλύπτουν πολλά χιλιόμετρα και που ανασταλτικά κυμαίνονται από καλά έως πολύ καλά επίπεδα. Τον Κεντίρα και τον Μόντριτς, που θα κατεβαίνει χαμηλά και θα γίνεται από επιθετικός μέσος τρίτος κεντρικός χαφ.

Ο Εζίλ στο δεξί άκρο θα μπορεί να κλίνει προς το κέντρο, ώστε να βγάζει κάθετες με το αριστερό πόδι. Δεν είναι παίκτης γραμμής, ώστε να περιμένεις να παίρνει πολλές προσπάθειες πάνω στον ασβέστη, οπότε είναι λογικό να παίζει τη θέση σαν ν' αγωνίζεται στον άξονα. Και μπορεί ο Γερμανός να μη δύναται αγωνιζόμενος ως δεκάρι μπει “σφήνα” στον Αλόνσο και τον Κεντίρα, να γίνει τρίτος χαφ και να βοηθήσει ανασταλτικά, κάτι που σε αυτό το σύστημα θα κάνει ο Μόντριτς, ωστόσο δεξιά μπορεί να βοηθάει τον μπακ της πλευράς του, αν όχι με απόλυτη επιτυχία έστω με αξιοπρέπεια.

Με αυτόν τον τρόπο θα δημιουργείται, όταν η ομάδα αμύνεται, μια καλή τετράδα κεντρικών μέσων (Κεντίρα-Αλόνσο-Μόντριτς-Εζίλ από αριστερά προς τα δεξιά) που θα επιτρέπει στη Ρεάλ να έχει κατοχή μπάλας και να μη χάνει το κέντρο απέναντι σε ισάξιους αντιπάλους.

Βέβαια, το πλάτος δεξιά κατά την επίθεση θα πρέπει να το δίνει ο δεξιός μπακ ανεβαίνοντας, αφού, όπως προαναφέραμε, ο Εζίλ συνηθίζει να συγκλίνει. Αναμφίβολα με τον Αρμπελόα στο δεξί άκρο της άμυνας, από τον ασβέστη δεξιά οι κίνδυνοι θα είναι ανύπαρκτοι, αφού ο Ισπανός είναι με την τεχική... τρίτα ξαδέρφια. Αν, όμως, ευοδωθεί το φλερτ μεταξύ της Ρεάλ και της Λιλ για τον Μαθιέ Ντεμπισί, τα δεδομένα αλλάζουν άρδην.

Όλα αυτά ασφαλώς είναι απλά εικασίες. Μένει να δούμε αν ο Μουρίνιο θα δώσει εν τέλει στον Λούκα Μόντριτς τους ρόλους που υπαγορεύει η κοινή λογική ή αν έχει κάτι άλλο στο -αν μη τι άλλο δαιμόνιο- μυαλό του. Από την Κυριακή ακόμα, που οι Μερένχες αντιμετωπίζουν την Γρανάδα κι ο Μόντριτς αναμένεται να ξεκινήσει βασικός, θα είμαστε σε θέση να εξάγουμε τα πρώτα ασφαλή συμπεράσματα.