Η απομάκρυνση του Κάρλος Αντσελότι από την τεχνική ηγεσία της Τσέλσι σε συνδυασμό με την έλευση του Άντρε Βίγιας Μπόας ως αντικαταστάτη του σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής στον αγωνιστικό τομέα. Οι ποδοσφαιριστές των "μπλε" όφειλαν να λησμονήσουν το 4-4-2, αγαπημένο σύστημα του Ιταλού τεχνικού, και ν' αφομοιώσουν όσο το δυνατό γρηγορότερα το 4-3-3 του Βίγιας Μπόας. Βέβαια, κι ο προπονητής με τη σειρά του έπρεπε να κρίνει κατά τη διάρκεια της θερινής προετοιμασίας, αν στη νέα του ομάδα υπάρχουν οι ποδοσφαιριστές εκείνοι που θα εφαρμόσουν το πλάνο του με τη μέγιστη δυνατή επιτυχία. Αν ναι, όλα βαίνουν ομαλώς. Αν δεν υπάρχουν, η εισήγηση στη διοίκηση του συλλόγου για περαιτέρω ενίσχυση μοιάζει κάτι παραπάνω από απαραίτητη.
Βάσει των δύο πρώτων αγωνιστικών της Premier League, η πλειονότητα των οπαδών έχει αρχίσει να ασπάζεται τη δεύτερη εκδοχή. Η Τσέλσι έφερε λευκή ισοπαλία στην έδρα της Στόουκ, ενώ κέρδισε "αγκομαχώντας" την Γουέστ Μπρομ στο Στάμφορντ Μπριτζ, με σκορ 2-1. Κοινός παράγοντας των δύο αναμετρήσεων ήταν η δυσκολία στην κυκλοφορία της μπάλας μπροστά, στοιχείο που με τη σειρά του οδήγησε σε μια χαρακτηριστική δυσκολία στη δημιουργία τελικών φάσεων. Τα παραπάνω προδίδουν την αγωνιστική ανετοιμότητα των "μπλε" και παράλληλα καταδεικνύουν τη λανθασμένη επιλογή προπονητή και διοίκησης, οι οποίοι δεν πήραν ζεστά το θέμα των μετεγγραφών και της ενίσχυσης της ομάδας. Συνεπώς, το 4-3-3 με τα τωρινά δεδομένα δεν μπορεί να εφαρμοστεί επιτυχώς. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι τα δύο γκολ που σημείωσε η Τσέλσυ με την Γουεστ Μπρομ επιτεύχθηκαν όταν η διάταξη είχε αλλάξει σε 4-4-2.
Οι βασικές ελλείψεις που έχουν οι Λονδρέζοι εστιάζονται σε δύο θέσεις. Η πρώτη έχει να κάνει με τη θέση του κεντρικού μέσου. Η μεσαία γραμμή είναι το Α και το Ω στην ανάπτυξη του παιχνιδιού και στη σωστή λειτουργία μεταξύ των γραμμών. Ειδικά στο 4-3-3, οι δύο κεντρικοί χαφ οφείλουν να είναι σε θέση τόσο να μεταβιβάσουν την μπάλα στην επιθετική τριάδα, όσο και να καλύπτουν πολλά χιλιόμετρα, ώστε να κλείνουν τους χώρους που χρειάζεται κι επίσης να πατάνε και στις δύο περιοχές. Οι δύο ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται τώρα, Λάμπαρντ και Ραμίρεζ, δεν δύνανται να εκτελέσουν όλες αυτές τις ενέργειες. Ο μεν Ραμίρεζ υστερεί δημιουργικά, ο δε Λαμπάρντ μπορεί να έχει την ποιότητα, αλλά η ηλικία του δεν του επιτρέπει να έχει τις αντοχές που είχε άλλοτε. Το δεύτερο πρόβλημα της Τσέλσι εντοπίζεται στη θέση του δεξιού ακραίου επιθετικού. Δηλαδή, στη θέση του ποδοσφαιριστή εκείνου που θα πλαισιώσει τους Τόρες και Μαλουντά στην επίθεση. Ο παίκτης που θα αποκτηθεί θα πρέπει πρωταρχικά να είναι καλός χειριστής της μπάλας, διεισδυτικός και να έχει την αίσθηση του γκολ. Όπως είχε επί παραδείγματι ο Μπόας τον Χαλκ στην Πόρτο. Τώρα, η Τσέλσι δε διαθέτει καθαρό εξτρέμ στο ρόστερ της, πλην του Μαλουντά. Γι' αυτό κι αναγκάζονται να καλύπτουν τη θέση οι Ανελκά και Μπεναγιούν, χωρίς βέβαια να διαθέτει κάποιος απ' τους δύο τα προσόντα γι' αυτή τη θέση.
Προσωπικά, θεωρώ πως η Τσέλσι, έστω και στις τελευταίες δέκα ημέρες της μετεγγραφικής περιόδου, θα κινηθεί για την απόκτηση των δύο ποδοσφαιριστών. Εξάλλου, ο Ρόμαν Αμπράμοβιτς κάθε άλλο παρά αδιάφορος δείχνει για την ενίσχυση του συλλόγου. Ας μην ξεχνάμε πως τη χειμερινή μετεγγραφική περίοδο δαπάνησε κοντά στα 100 εκατομμύρια ευρώ για να φέρει στο σύλλογο τρεις καλούς παίκτες σε μικρή ηλικία, δηλαδή τους Τόρες, Ραμίρεζ, Νταβίντ Λούιζ. Ήδη, έχει αρχίσει να ακούγεται το έντονο ενδιαφέρον για την απόκτηση των Λούκα Μόντρις και Χουάν Μάτα από τις Τότεναμ και Βαλένθια αντίστοιχα. Μένει να δούμε το κατά πόσο θα ευδοκιμήσουν οι περιπτώσεις αυτές, αλλά και το αν θα καταφέρει ο 33χρονος τεχνικός να περάσει με επιτυχία στους ποδοσφαιριστές του τον τρόπο παιχνιδιού που επιθυμεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου